Ο Μολιέρος, ο σπουδαίος Γάλλος θεατρικός συγγραφέας, είχε μόλις ανεβάσει το καινούριο του έργο «Ο κατά φαντασίαν ασθενής” στο οποίο και πρωταγωνιστούσε. Διακωμωδώντας το μεγάλο φόβο της εποχής, αυτόν των αρρωστιών που θέριζαν την Ευρώπη, το έργο είχε ήδη βρει μεγάλη ανταπόκριση στο κοινό. Η τέταρτη κατά σειρά παράσταση, όμως, ήταν περίεργα ρεαλιστική, με τον Μολιέρο να δείχνει πραγματικά άρρωστος πάνω στη σκηνή. Η παράσταση ολοκληρώθηκε κανονικά, η αυλαία έπεσε, όμως πίσω από αυτήν ο Μολιέρος κατέρρεε, άφηνοντας την τελευταία του πνοή, χτυπημένος από τη φυματίωση.

Σαν σήμερα, στις 18 Οκτωβρίου του 1994, μία άλλη παράσταση έμελλε απροειδοποίητα να ήταν και η τελευταία. Οι λιγοστοί θεατές που πήγαν στο κλειστό του Μετς για να παρακολουθήσουν το παιχνίδι του Παναθηναϊκού με τους Αμπελόκηπους σίγουρα δεν περίμεναν ότι θα γίνουν μάρτυρες μίας ιστορικής στιγμής για το ελληνικό, και όχι μόνο, μπάσκετ. Του τελευταίου παιχνιδιού του Νίκου Γκάλη.

Η ιστορία είναι πάνω-κάτω γνωστή.Οι τεταμένες σχέσεις του “γκάνγκστερ” με τον Κώστα Πολίτη. Η απουσία του από τη βασική πεντάδα εκείνου του αγώνα. Η εντολή του άλλοτε ομοσπονδιακού προπονητή προς τον παίκτη να πατήσει στο παρκέ για πρώτη φορά με το παιχνίδι να έχει εξελιχθεί ήδη σε περίπατο για τους “πρασίνους”. Η άρνηση του Γκάλη να δεχτεί τον “εξευτελισμό”. Η διένεξη μεταξύ των δύο στα αποδυτήρια κατά τη διάρκεια της ανάπαυλας και η αιφνίδια αποχώρηση του παίκτη από το γήπεδο. Το μοναδικό στοιχείο της πλοκής που δεν έχει επιβεβαιωθεί με ακρίβεια είναι το αν ο Γκάλης αποχώρησε από το γήπεδο με ταξί ή με το αυτοκίνητο του Παύλου Γιαννακόπουλου. Το τελευταίο απλώς τονίζει την κινηματογραφική χροιά που διέπνεε εκείνο το απόγευμα.

Γιατί το μπασκετικό τέλος του “Θεού”, δεν θα μπορούσε να μην θυμίζει κινηματογραφική ταινία. Όχι, όμως κάποια γλυκανάλατη ταινία με happy ending. Στον Γκάλη δεν θα άξιζε ένα προδιαγεγραμμένο φινάλε, μία φιέστα με την παρουσία συμπαικτών και αντιπάλων, με απόσυρση φανέλας και ανθρώπους να παίρνουν κατά σειρά το μικρόφωνο εξυμνώντας τα κατορθώματα του ηρωικού παρελθόντος.

Φεύγω από το άθλημα που αγάπησα πικραμένος. Με μόνη ικανοποίηση ότι ακόμα και σήμερα πολλοί πιστεύουν ότι μπορώ να αλλάζω τις ισορροπίες”, έγραφε στην αποχαιρετιστήρια ανακοίνωσή του σχεδόν ένα χρόνο μετά.

Και αυτό ήταν αλήθεια. Ο Γκάλης έφυγε όρθιος, όχι περιφερόμενος και αποθεούμενος ανά τα γήπεδα της επικράτειας στο πλαίδιο ενός προανακοινωθέντος αντίο. Έφυγε ως κορυφαίος σκόρερ, ως ένας “γκάνγκστερ” εν ενεργεία και όχι ως ένα ζωντανό μουσειακό έκθεμα.

Αποχώρησε ξαφνικά την ίδια στιγμή που όλοι ανέμεναν τις επόμενες παραστάσεις του. Χωρίς κανείς από το κοινό να μπορεί να φανταστεί ότι εκείνο το απόγευμα στο κλειστό του Μετς έδινε την τελευταία του παράσταση επί σκηνής…

Ο Τάσος Σκλιάμης ζει στην Αθήνα και εργάζεται ως δικηγόρος. Μπασκετόφιλος, αγαπάει το ευρωπαϊκό μπάσκετ ενώ στις αϋπνίες του λοξοκοιτάει και το NBA. Είναι ο υπεύθυνος της βαριάς, φιλοσοφημένης ανάλυσης (καφενείο) για τους αγώνες μπάσκετ στους offside.