H υπερβολική αισιοδοξία αποτελούσε πάντοτε τον κανόνα σε κάθε προετοιμασία της «επίσημης αγαπημένης» εν όψει μίας μεγάλης διοργάνωσης. Το αβάσιμο της αισιοδοξίας γινόταν αντιληπτό μόνο εκ των υστέρων, όταν μετά την εκάστοτε σφαλιάρα παραδεχόμασταν είτε ότι είχαμε υπερεκτιμήσει την ποιότητα του ρόστερ μας είτε ότι είχαμε υποτιμήσει τη δυναμικότητα των αντιπάλων. Συνήθως, βέβαια, συνέβαιναν και τα δύο.

Αν σε μία περίπτωση η αισιοδοξία ήταν απολύτως δικαιολογημένη, αυτή ήταν σίγουρα η προετοιμασία για το Μουντομπάσκετ της Ιαπωνίας. Δεν ήταν μόνο το γεγονός ότι πηγαίναμε στη διοργάνωση ως πρωταθλητές Ευρώπης. Στο μεσοδιάστημα μεταξύ των δύο διοργανώσεων το status των παικτών που απάρτιζαν το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα είχε εκτοξευθεί. Ο Παπαλουκάς είχε οδηγήσει την ΤΣΣΚΑ στην κατάκτηση της Euroleague κερδίζοντας το βραβείο του MVP στο final four της Πράγας. Ο Διαμαντίδης είχε αρχίσει να προσθέτει και άλλες διαστάσεις στο παιχνίδι λες και το τρίποντο στον ημιτελικό του Βελιγραδίου τον γέμισε με αυτοπεποίθηση και σιγουριά για τις πραγματικές του δυνατότητες. Ο Σπανούλης, του οποίου ο ρόλος στο Ευρωμπάσκετ του 2005 ήταν συμπληρωματικός, είχε κάνει το step up στην καριέρα του, όντας ο πρώτος σκόρερ του Παναθηναϊκού, εξαργυρώνοντας την εξαιρετική του χρονιά με τη μετακόμιση στο Χιούστον. Επίσης, αυτή τη φορά η Εθνική διέθετε ένα καινούριο υπερόπλο. Ο Σοφοκλής Σχορτσιανίτης είχε κάνει εντυπωσιακό restart στην καριέρα του με τον Ολυμπιακό του Γιόνας Καζλάουσκας. Στο πλάι αυτών βρίσκονταν οι Ζήσης, Χατζηβρέττας, Κακιούζης, Βασιλόπουλος, Φώτσης, Ντικούδης, Τσαρτσαρής, Παπαδόπουλος. Η ομάδα του 2005 ήταν ένα κράμα νεαρών παικτών και παικτών με εμπειρία που όμως η αξία και ,κυρίως, το  mentality τους αμφισβητούταν έντονα. Η ομάδα του 2006 ήταν πια ένα σύνολο ευρωπαίων αστέρων. Και πήγαινε στην Ιαπωνία έτοιμη για όλα.

Ποιος να το περίμενε ότι στα πρώτα λεπτά της παρουσίας τους στα παρκέ της χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου, οι παίκτες του Παναγιώτη Γιαννάκη θα συστήνονταν στο ιαπωνικό κοινό με το χειρότερο δυνατό τρόπο. Απέναντι στο αδύναμο Κατάρ, η Εθνική μας εμφανίστηκε αγνώριστη στο μεγαλύτερο μέρος του πρώτου ημιχρόνου καθώς βρέθηκε να χάνει ακόμα και με 16 πόντους (9-25)! Η είσοδος του Δήμου Ντικούδη άλλαξε τη ροή του αγώνα. Η Εθνική αφυπνίστηκε, γύρισε το ματς μέσα σε λίγα λεπτά και στο τέλος πανηγύρισε την πρώτη της νίκη στη διοργάνωση με 84-64. Στην πιο παραγωγική του εμφάνιση με τα γαλανόλευκα, ο Ντικούδης τελείωσε το ματς με 26 πόντους.

Την επόμενη μέρα το επίπεδο δυσκολίας του αντιπάλου ανέβηκε κατακόρυφα. Απέναντι μας στον «τελικό» του ομίλου, η ισχυρή Λιθουανία. Η «Λιέτουβα» ασφαλώς δεν θύμιζε την ομάδα-φόβητρο των προηγούμενων ετών, έχοντας τις σημαντικές απουσίες των Γιασικεβίτσιους και Σισκάουσκας. Παρόλα αυτά, το ματς προμηνυόταν δύσκολο όπως και τελικά συνέβη. Έπειτα από ένα ισορροπημένο παιχνίδι με συνεχείς εναλλαγές στο προβάδισμα, οι ομάδες οδηγήθηκαν στην παράταση αφού ο Διαμαντίδης αστόχησε σε ελεύθερο τρίποντο στην εκπνοή της κανονικής διάρκειας.  Με το σκορ στο 77-76 υπέρ της Εθνικής μας, ο Ματσιγιάουσκας δεν βρήκε το στόχο από την κορυφή του τριπόντου. Ο Σπανούλης ήταν ψύχραιμος από την , παραλίγο μοιραία για την ομάδα του Παναγιώτη Γιαννάκη, γραμμή των βολών και με 4/4 διαμόρφωσε το 81-76 το οποίο ήταν και το τελικό σκορ. Συνολικά στο ματς, οι Έλληνες παίκτες ευστόχησαν μόνο στις 21 από τις 41 βολές που εκτέλεσαν! Το παιχνίδι με τους Λιθουανούς στην Χαμαμάτσου έχει εκ των υστέρων και έναν ιστορικό χαρακτήρα καθώς ήταν η πρώτη φορά που ο Βασίλης Σπανούλης ηγήθηκε της Εθνικής ομάδας (μεταξύ άλλων ήταν και ο πρώτος σκόρερ της με 15 πόντους).

Την τρίτη αγωνιστική, αντίπαλος μας ήταν η μαχητική Αυστραλία του νεαρού τότε Άντριου Μπόγκουτ. Μία μέτρια εμφάνιση στο μεγαλύτερο μέρος του ματς, έμελλε να καταλήξει σε ένα από τα ιστορικότερα highlights της «επίσημης αγαπημένης». Με το σκορ στο 66-69 υπέρ των «Boomers», με 19’’ να απομένουν και την επαναφορά δικιά μας, οι Αυστραλοί επιλέγουν να μην κάνουν φάουλ. Ο Φώτσης τους τιμωρεί και ισοφαρίζει το ματς στα 9’’με τρίποντο από την αγαπημένη του θέση. Ο Μπάρλοου κατεβάζει ανυποψίαστος την μπάλα και χωρίς να καταλάβει πως την χάνει από την παρέμβαση του Παπαλουκά. Αυτή καταλήγει στα χέρια του Διαμαντίδη, κάνει δύο ντρίμπλες, βλέπει στημένο στο τρίποντο τον Ζήση, ο οποίος στην εκπνοή γράφει το 72-69! Μια απίστευτη ανατροπή είχε μόλις συμβεί. Η Εθνική απεδείκνυε ότι πλέον ήταν ο ορισμός της «refuse to lose» ομάδας.

Η Εθνική έδινε την εντύπωση ότι σε ματς που κρίνονταν στα τελευταία δευτερόλεπτα είχε τον πρώτο λόγο για τη νίκη. Ακόμα και αν η ίδια με τις απερισκεψίες της έφερνε τα παιχνίδια στην «κόψη του ξυραφιού» όπως και έγινε απέναντι στη Βραζιλία. Όλα έδειχναν μία εύκολη επικράτηση, με την Εθνική να προηγείται ήδη πριν τη λήξη του ημιχρόνου με 42-23. Η εικόνα του παιχνιδιού άλλαξε άρδην στο δεύτερο ημίχρονο. 2.30’’ πριν τη λήξη, οι δύο ομάδες βρίσκονταν ισόπαλες στο 72-72 με το ενδεχόμενο μίας αναπάντεχης ήττας να είναι ορατό. Ωστόσο, δείχνοντας σοβαρότητα και ευστοχώντας σε 15 (!) συνεχόμενες βολές, το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα πήρε τη νίκη με 91-80. Το ματς δυστυχώς σημαδεύτηκε από την αντιαθλητική αγκωνιά του Βαρεχάο στο πρόσωπο του Νίκου Ζήση. Ο γκαρντ της Εθνικής έχασε το υπόλοιπο της διοργάνωσης εξ αιτίας του χτυπήματος.  Ο Βραζιλιάνος σέντερ κέρδισε επάξια το μίσος του ελληνικού μπασκετικού κοινού μέχρι και σήμερα, κάνοντας του Ναβάρο και Ρούντι να φαίνονται αξιαγάπητοι μπροστά του.

Στην τελευταία αγωνιστική της πρώτης φάσης, απέναντι μας βρέθηκε η επίσης αήττητη Τουρκία. Στο ματς για την πρωτιά του ομίλου, οι Τούρκοι ξεκίνησαν καλύτερα και έχοντας τον Ερντογκάν να κάνει το παιχνίδι της ζωής του βρέθηκαν να προηγούνται στο ημίχρονο με 37-42. Η Εθνική παρουσιάστηκε βελτιωμένη στο δεύτερο ημίχρονο και καθάρισε εν τέλει το ματς στα τελευταία λεπτά με εξαιρετική άμυνα. Πρώτοι σκόρερ για το σύνολο του Παναγιώτη Γιαννάκη ήταν οι Παπαδόπουλος και Κακιούζης με 17 πόντους. Ωστόσο, το κέρδος για την Εθνική πέραν της κατάκτησης της  πρώτης θέσης του ομίλου, ήταν η πρώτη καλή εμφάνιση του Σχορτσιανίτη (14π με 5/5 δίποντα) που έδειξε να «ζεσταίνεται» εν όψει της συνέχειας του τουρνουά..

Πρώτη αντίπαλος στα νοκ-άουτ παιχνίδια, η Κίνα του Γιάο Μινγκ. Ο Κινέζος σέντερ είχε κουβαλήσει μόνος την ομάδα του στους «16» της διοργάνωσης και ήλπιζε να συνεχίσει τις εντυπωσιακές του εμφανίσεις. Μόνο που απέναντι στην Ελλάδα αντιμετώπισε ένα απρόσμενο πρόβλημα. Η μπάλα δεν προλάβαινε να φτάσει στα χέρια του. Με την ασφυκτική πίεση της ελληνικής άμυνας, οι Κινέζοι γκαρντ δυσκολεύονταν σε αρκετές περιπτώσεις ακόμα και να περάσουν το κέντρο του γηπέδου. Το τελικό 95-64 αποτύπωνε την ολοκληρωτική εμφάνιση της Εθνικής, η οποία είχε για πρωταγωνιστή τον Θοδωρή Παπαλουκά με 19 πόντους και 6 ασίστ.

Στα προημιτελικά είχαμε την επανάληψη του ημιτελικού του Βελιγραδίου. Χωρίς τον ηγέτη τους Τόνι Πάρκερ ,όμως, ήταν αδύνατη η εκδίκηση για τους Γάλλους. Με εξαιρετική άμυνα, απόλυτο έλεγχο του ρυθμού και τους Παπαδόπουλο και Σχορτσανίτη (14 και 10 π. αντίστοιχα) να κάνουν ό,τι θέλουν τη γαλλική front line, η «επίσημη αγαπημένη» δεν είχε κανένα πρόβλημα να επικρατήσει με 73-56 και να βρεθεί στα ημιτελικά του Παγκοσμίου.

Στον ιστορικό, όπως αποδείχτηκε, ημιτελικό της Σαϊτάμα, βρήκαμε απέναντί μας τους Αμερικάνους. Τους Αμερικάνους που μετά τα στραπάτσα του Μουντομπάσκετ του 2002 και των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, είχαν επιστρατεύσει τον θρύλο των κολεγιακών πάγκων Μάικ Σιζέφσκι προκειμένου να οδηγήσει στην επιτυχία ένα σύνολο παικτών μικρών σε ηλικία αλλά ήδη καταξιωμένων στο NBA. O Ντουέιν Ουέιντ είχε προλάβει νωρίτερα την ίδια χρονιά να αναδειχτεί MVP των τελικών. Ο Λεμπρόν Τζέιμς είχε βάλει ήδη τις βάσεις για να διαδεχτεί τον MJ, διεκδικώντας και, χάνοντας στο νήμα από τον Στιβ Νας, τον τίτλο του MVP της regular season στην ηλικία των 22 ετών. Ο Καρμέλο Άντονι είχε τελειώσει τη σεζόν σκοράροντας 26,5 πόντους μ.ο. Ο Κρις Πολ είχε μόλις κερδίσει τον τίτλο του καλύτερου rookie, όντως ο απόλυτος ηγέτης των Χόρνετς. Ο Ντουάιτ Χάουαρντ εμφανιζόταν ήδη ως ο επόμενος κυρίαρχος ψηλός του NBA.

Η ανωτερότητα των αστεριών του NBA φάνηκε από νωρίς στο παιχνίδι. Το 21-33 στο 14’ μας προετοίμαζε για μία αναμενόμενη ήττα. Η γενική εικόνα του ημιτελικού συνέτριβε κάθε ίχνος μύχιων σκέψεων. Και κάπου εκεί όλα άλλαξαν. Το τρέξιμο της ομάδας από τον Παπαλουκά, η τάπα του Διαμαντίδη στον Πολ, τα συνεχόμενα καλάθια του Σχορτσιανίτη. Ο πανικός των ,μέχρι πρότινος άνετων NBAers, τα «τούβλα» τους απέναντι στη ζώνη του Παναγιώτη Γιαννάκη. Και χωρίς να το καταλάβουμε πηγαίναμε στα αποδυτήρια μπροστά με 45-41! Όλοι φοβόμασταν μια πιθανή οργισμένη αντίδραση των αστεριών της Team USA μετά την ανάπαυλα του ημιχρόνου. Κι όμως! Με έναν μαγικό τρόπο, η διαφορά συνέχιζε να μεγαλώνει υπέρ της Εθνικής μας. Κάθε παίκτης έβγαζε στο παρκέ τα πλεονεκτήματά του στην ανώτερη δυνατή μορφή τους. Ο Παπαλουκάς παρέδιδε μαθήματα pick and roll. Ο Διαμαντίδης βρισκόταν παντού. Ο Σχορτσιανίτης έκανε τον Χάουαρντ να φαίνεται σέντερ της σειράς. Ο Ντικούδης κορόιδευε τους αντιπάλους του με την πλαστικότητά του μέσα στη ρακέτα. Ο Σπανούλης απειλούσε με όποιον τρόπο ήθελε την αμερικάνικη άμυνα, φτάνοντας στο σημείο να διασχίσει το γήπεδο σε 3’’ για να αφήσει την μπάλα στο αντίπαλο καλάθι στην εκπνοή του τρίτου δεκαλέπτου. Όσο και να προσπαθούσαν τα αστέρια των ΗΠΑ, η κατάσταση ήταν μη αναστρέψιμη. Η Ελλάδα νικούσε τις ΗΠΑ με 101-95 γράφοντας ιστορία!

Η ευφορία από το θρίαμβο ήταν τόσο έντονη που είχαμε ξεχάσει ότι παίζαμε τελικό τη μεθεπόμενη μέρα. Δυστυχώς, αυτό συνέβη και στους ίδιους τους παίκτες. Το γεγονός ότι η Ισπανία θα παρουσιαζόταν χωρίς τον Πάου Γκασόλ, που είχε τραυματιστεί στον ημιτελικό με την Αργεντινή, περισσότερο αποπροσανατόλισε την ελληνική ομάδα παρά τη βοήθησε. Με τους Γκαρμπαχόσα και Ναβάρο να ευστοχούν σε δέκα τρίποντα συνολικά και την επίθεσή μας να υπολειτουργεί, η συντριβή ήταν αναπόφευκτη. Η Ισπανία κατέκτησε τον παγκόσμιο τίτλο, κερδίζοντας τον τελικό με 47-70.

Παρά την αρχική απογοήτευση και τη συνειδητοποίηση της ευκαιρίας που χάθηκε, η Εθνική ομάδα του 2006 έμεινε στην ιστορία. Το Μουντομπάσκετ της Ιαπωνίας ήταν το μοναδικό στην ιστορία με δύο νικητές…

Ο Τάσος Σκλιάμης ζει στην Αθήνα και εργάζεται ως δικηγόρος. Μπασκετόφιλος, αγαπάει το ευρωπαϊκό μπάσκετ ενώ στις αϋπνίες του λοξοκοιτάει και το NBA. Είναι ο υπεύθυνος της βαριάς, φιλοσοφημένης ανάλυσης (καφενείο) για τους αγώνες μπάσκετ στους offside.