Ο νέος γκαρντ του Άρη μόνο άγνωστος δεν είναι στο ελληνικό μπασκετικό κοινό. Τον πρωτογνωρίσαμε με τη φανέλα του Ρεθύμνου τη σεζόν 2016-2017, εκεί όπου ηγήθηκε της ομάδας της Κρήτης. Συστήθηκε ,μάλιστα, με μία εντυπωσιακή εμφάνιση εις βάρος του Άρη την 2η αγωνιστική εκείνης της χρονιάς, όταν και χάρισε τη νίκη στην τότε ομάδα του με κρίσιμους πόντους στο φινάλε του αγώνα.

Έπειτα από ένα σύντομο πέρασμα από τη λιθουανική Λιετκαμπέλις, επέστρεψε στα ελληνικά παρκέ για λογαριασμό των Τρικάλων των πολλών οικονομικών και αγωνιστικών προβλημάτων. Στα μέσα της περυσινής σεζόν, υπέγραψε στον Χολαργό. Στην αθηναϊκή ομάδα, ερχόταν από τον πάγκο πίσω από τον Οκερέαφορ και ενώ ξεκίνησε μέτρια την παρουσία του εκεί, εν τέλει ήταν ο πρωταγωνιστής στην αξιοπρεπέστατη παρουσία της ομάδας του στα play off απέναντι στην ΑΕΚ. Με τη φανέλα του Χολαργού την περυσινή σεζόν, ο Τάλτον είχε 8,4 πόντους, 2,7 ασίστ και 1,5 λάθη σε 22 λεπτά συμμετοχής σε σύνολο 22 αγώνων.

Πριν προχωρήσουμε στην παράθεση των θετικών και αρνητικών αγωνιστικών στοιχείων του νέου παίκτη του Άρη, πρέπει να τονίσουμε μία σημαντική παράμετρο αυτής της κίνησης. Όπως αναφέραμε, ο Τάλτον έχει αγωνιστεί με τρεις διαφορετικές ομάδες σε τρεις διαφορετικές σεζόν της Basket League. Κοινώς, είναι γνώστης της ελληνικής πραγματικότητας και κυρίως των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ελληνικού πρωταθλήματος και επομένως δεν θα χρειαστεί μεγάλο χρόνο προσαρμογής όπως θα χρειαζόταν ένας Αμερικανός που θα ερχόταν από άλλο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ή ,ακόμα χειρότερα, από το κολέγιο ή την G-League.

Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν σκεφτούμε ότι το ξεκίνημα της σεζόν για τον Άρη έχει το ντέρμπυ της πρώτης αγωνιστικής του πρωταθλήματος απέναντι στον ΠΑΟΚ και δύο παιχνίδια απέναντι στον Ηρακλή . Η έκβαση των παιχνιδιών αυτών θα είναι σημαντική ιδιαίτερα για τον τομέα της ψυχολογίας του συνόλου του Σούλη Μαρκόπουλου και η παρουσία ετοιμοπόλεμων παικτών σε αυτά είναι αναγκαία.

Στα αγωνιστικά στοιχεία του, αυτό που ξεχωρίζει είναι η ικανότητα του Γκάρι Τάλτον στο transition. Είναι πολύ ικανός στο να τρέχει το παρκέ και να «ανοίγει» το παιχνίδι της ομάδας του. Στο ανοιχτό γήπεδο έχει τη δυνατότητα τόσο να τελειώνει τη φάση μόνος του πηγαίνοντας προς το καλάθι όσο και να «βλέπει» το γήπεδο και να πασάρει στους συμπαίκτες του.

Είναι, επίσης, αρκετά καλός σουτέρ τριών πόντων. Το στοιχείο δε της ικανότητας του να σουτάρει πίσω από τη γραμμή των 6,75 θα είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την ομάδα του Άρη, καθώς με τα βαριά κορμιά των Ντραγκίσεβιτς, Γκάγκιτς και Μιλόσεβιτς μέσα στη ρακέτα, το περιφερειακό σουτ θα είναι απαραίτητο έτσι ώστε να ξεκλειδώνει η αντίπαλη άμυνα.

Το σουτ μέσης απόστασης μετά από ντρίμπλα είναι επίσης ένα από τα δυνατά του σημεία. Στη συγκεκριμένη επιλογή οδηγείται συνήθως όταν παίρνει τον αριστερό διάδρομο. Δεν νιώθει άνετα στο να πηγαίνει στο lay up μετά από αριστερό ντράιβ και όταν ακουμπάει την μπάλα με το αριστερό χέρι στο παρκέ συνηθίζει να σταματάει για σουτ από τα πέντε μέτρα, με υψηλά ποσοστά ευστοχίας.

Το μεγάλο μειονέκτημα του Τάλτον είναι η αστάθειά του. Και δεν εννοούμε μόνο την έλλειψη σταθερότητας μακροπρόθεσμα μέσα στη σεζόν αλλά ακόμα και μέσα στο ίδιο το ματς. Υπάρχουν σημεία ενός αγώνα που ο Αμερικανός γκαρντ προξενεί ζημιά στην ομάδα του. Σε οργανωμένη επίθεση, σε αντίθεση με το ανοιχτό γήπεδο, είναι πολλές οι φορές που δεν κοιτάζει την πάσα. Αυτό συνήθως γίνεται όταν πάει προς την ,θεωρητικά, καλή του πλευρά, την δεξιά. Σε αυτές τις περιπτώσεις, που δεν είναι και λίγες, οδηγείται σε δύσκολες προσπάθειες με floater ή μακρινό lay up, τρακάροντας με τους αντίπαλους ψηλούς. Δεν είναι τυχαία τα χαμηλά ποσοστά που έχει στα σουτ δύο πόντων από την αρχή της κολεγιακής του καριέρας έως και σήμερα (στην regular season πέρυσι είχε 36% με συνολικά 30/83 δίποντα). Γενικά αντιμετωπίζει πρόβλημα στο σκέλος του decision making όταν καλείται σε set παιχνίδι να λάβει απόφαση σε μικρό χώρο και λίγο χρόνο και αρκετά συχνά οδηγείται σε επιλογές τραβηγμένες από τα μαλλιά.

  Η άμυνα, επίσης, είναι ένας τομέας στον οποίον εμφανίζει σημαντικά μειονεκτήματα. Δεν είναι ότι δεν διαθέτει τα σωματικά προσόντα. Άλλωστε είναι ικανός στην πίεση σε όλο το γήπεδο. Αυτό που προβληματίζει στην άμυνα του Τάλτον είναι η τεχνική, η διάθεση και η συγκέντρωσή του. Τοποθετεί αρκετές φορές λάθος το σώμα του και δεν λυγίζει τα γόνατα αμυνόμενος απέναντι στο αντίπαλο γκαρντ. Πολλές φορές χάνει τον αντίπαλο στο πρώτο βήμα, ενώ σπάνια θα μπει στη διαδικασία να «σπάσει» το σκριν.

Συμπερασματικά, για να δικαιολογήσουμε και τον τίτλο του κειμένου, το αν η απόκτηση του Γκάρι Τάλτον έχει θετικό ή αρνητικό πρόσημο εξαρτάται από το ρόλο που θα του ανατεθεί. Αν προορίζεται να έχει τον ηγετικό ρόλο στην περιφερειακή γραμμή, με την μπάλα αρκετή ώρα στα χέρια του και με την ευχέρεια να παίρνει πολλά σουτ, τότε ξεκάθαρα μπορούμε να πούμε ότι η συγκεκριμένη κίνηση έχει αρκετά πλην. Ο Τάλτον δεν μπορεί να είναι ο παίκτης πάνω στον οποίον θα βασιστεί η ομάδα και σίγουρα ο Άρης δεν πρέπει να αναπτύξει στο παιχνίδι του σχέση εξάρτησης με τον Αμερικανό γκαρντ.

Αντίθετα, αν ο ρόλος του Τάλτον στην περιφέρεια είναι συγκεκριμένος, του τεθούν τα κατάλληλα όρια και μοιραστεί το χρόνο και τις ευθύνες με τους υπόλοιπους γκαρντ, τότε είναι ικανός να προσφέρει πολλά στον Άρη τόσο με την ικανότητα του στο ανοιχτό γήπεδο όσο και με το αξιόπιστο σουτ από μέση και μακρινή απόσταση που διαθέτει.

Ο Τάσος Σκλιάμης ζει στην Αθήνα και εργάζεται ως δικηγόρος. Μπασκετόφιλος, αγαπάει το ευρωπαϊκό μπάσκετ ενώ στις αϋπνίες του λοξοκοιτάει και το NBA. Είναι ο υπεύθυνος της βαριάς, φιλοσοφημένης ανάλυσης (καφενείο) για τους αγώνες μπάσκετ στους offside.