Με μία νίκη σε έξι αγώνες ο Άρης έχει απογοητέυσει τους οπαδούς του και μετά την αρχική αισιοδοξία που έφεραν οι-στο παρά πέντε πριν την έναρξη του πρωταθλήματος-μεταγραφές πλέον πολλοί θέτουν ως ρεαλιστικό στόχο την παραμονή στην κατηγορία. Όταν μάλιστα οι τέσσερις ήττες προέρχονται από ομάδες που με δυσκολία θα βρεθούν τελικά στην πρώτη εξάδα του πρωταθλήματος, τότε η ανησυχία εντείνεται καθώς τα δύσκολα βρίσκονται μπροστά…

Είναι όμως όντως η παραμονή στην Basket League ο ρεαλιστικός στόχος του Άρη; Είναι τόσο κακό το ρόστερ; Η τραγική εικόνα που παρουσιάζει η ομάδα μέχρι σήμερα είναι ένα περιστασιακό σύμπτωμα ή μία κατάσταση που θα μονιμοποιηθεί; Και κυρίως, ποιες είναι οι αιτίες της σημερινής εικόνας της ομάδας και ποιες οι λύσεις για τη βελτίωσή της;

Ξεκινώντας από το τελευταίο ερώτημα, πρέπει να πάμε κάποιους μήνες πίσω. Όταν σε ένα κλίμα οικονομικής και διοικητικής αβεβαιότητας, με τα ban ακόμη παρόντα, η διοίκηση προχώρησε σε μεταγραφικές κινήσεις με βάση τα δεδομένα που υπήρχαν τότε.

Για το ρόλο του βασικού τεσσαριού της ομάδας επιλέχθηκε ο Μίλος Μιλόσεβιτς, ένας παίκτης σίγουρα έμπειρος, ικανός σε κάποια συγκεκριμένους τομείς του παιχνιδιού, αλλά ο Βόσνιος δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι την περυσινή χρονιά ήταν ένα πάουερ φόργουορντ του εικοσαλέπτου στο Λαύριο το οποίο γλίτωσε τον υποβιβασμό λόγω της αποχώρησης του Ολυμπιακού από το πρωτάθλημα.

Στη συνέχεια ακολούθησε ο ερχομός του Γκάγκιτς, μία έλευση που γέννησε δυσανάλογες προσδοκίες σε σχέση με την πραγματική αξία του παίκτη. Οι προσδοκίες αυτές ίσως δημιουργήθηκαν περισσότερο από την υποτιθέμενη, όπως αποδείχτηκε, ταυτόχρονη έλευση του ταλαντούχου Πετσάρσκι παρά για την έλευση του ίδιου του Σέρβου σέντερ του Άρη.

Η τρίτη μεταγραφική κίνηση του Άρη (βεβαίως οι επίσημες ανακοινώσεις έγιναν αργότερα, μετά την άρση των ban), ήταν αυτή του Γκάρι Τάλτον. Επιλέχθηκε δηλαδή για βασικός Αμερικανός γκαρντ ένας παίκτης αν όχι αμφιβόλου ποιότητας, τότε σίγουρα αμφιβόλου σταθερότητας. Για να το θέσουμε διαφορετικά, επιλέχθηκε ως παίκτης-βαρόμετρο η αλλαγή του Οκερέαφορ την περυσινή σεζόν στον Χολαργό (ο οποίο Οκερέαφορ μόνο αναντικατάστατος δεν είναι την τρέχουσα σεζόν στον Ηρακλή).

Όταν φάνηκε φως στον ορίζοντα και σίγουρα όταν υπήρχε μία μεγαλύτερη διαύγεια και άνεση στις κινήσεις της ομάδας, έφτασαν στη Θεσσαλονίκη οι Μόρις, Γκετσεβίτσιους και Ντραγκίσεβιτς. Το θέμα είναι ότι ειδικά οι δύο τελευταίοι δεν κολλούσαν με τα υλικά που είχε ήδη μαζέψει η ομάδα. Για την ακρίβεια, τόσο από άποψη διαφοράς αγωνιστικής κλάσης όσο και λόγω έλλειψης συνοχής των τριών πρώτων με τις τρεις τελευταίες κινήσεις είναι σαν να υπήρξαν δύο διαφορετικές μεταγραφικές περίοδοι για τον Άρη.

Το ερώτημα είναι το εξής: όταν σκανάρεις την αμερικανική αγορά και πέφτεις πάνω στον Μόρις ή, ακόμα περισσότερο, όταν σου δίνεται η ευκαιρία να υπογράψεις τους Γκετσεβίτσιους και Ντραγκίσεβιτς, τι κάνεις; Η απάντηση είναι ότι πρέπει να τους πάρεις. Το θέμα είναι ότι τότε πρέπει να έχεις ευελιξία, να ανακατέψεις την τράπουλα, τόσο με εσωτερικές ανακατατάξεις όσο και με διορθωτικές μεταγραφικές κινήσεις.

Αυτό ο Άρης δεν το έκανε, προτίμησε να κρατήσει τον Γκάγκιτς αντί του Λι (άγνωστο τελικά το πόσο σοβαρός ήταν ο τραυματισμός του), δεν προχώρησε την περίπτωση του Γιάνκοβιτς και επέλεξε να συνεχίσει ως έχει. Σε έναν οργανισμό προφανώς και είναι θεμιτό να υπάρχει πίστη στο πλάνο, αλλά στην περίπτωση του σχεδιασμού της φετινής ομάδας δεν αναφερόμαστε σε πλάνο αλλά σε αποτέλεσμα λίγο ως πολύ τυχαίο, επομένως οι άμεσες αλλαγές όχι απλά δικαιολογούνταν αλλά ήταν επιτακτικές.

Το αγωνιστικό αποτέλεσμα είναι ότι βλέπουμε μία ομάδα με τρανταχτά αγωνιστικά προβλήματα.

Συγκεκριμένα, το σύνολο του Σούλη Μαρκόπουλου από την αρχή της χρονιάς υποφέρει στον τομέα των αλλαγών στην άμυνα. Ντραγκίσεβιτς, Γκάγκιτς αλλά και Μιλόσεβιτς έχουν αργά πόδια, είναι εύκολο για τον αντίπαλο γκαρντ να τους περάσει και να δημιουρηθεί άμεσα ανισορροπία στην άμυνα της ομάδας.

Η ατομική περιφερειακή άμυνα είναι εξαιρετικά ευάλωτη. Καμία ομάδα στο σύγχρονο μπάσκετ δεν έχει την πολυτέλεια να διαθέτει ταυτόχρονα στο παρκέ δύο κακούς περιφερειακούς αμυντικούς. Ο Άρης δυστυχώς αποτελεί την εξαίρεση έχοντας αρκετές φορές στην πεντάδα τους Τάλτον και Γκετσεβίτσιους.

Σαν να μην έφτανε αυτό, η δεύτερη γραμμή άμυνας κάθε άλλο παρά μπορεί να επουλώσει τις πληγές που αφήνει η περιφερειακή άμυνα. Οι ψηλοί του Άρη αδυνατούν να καλύψουν γρήγορα το χώρο, στερούνται άλματος προκειμένου να αλλοιώσουν την προσπάθεια του αντίπαλου γκαρντ, ενώ η έλλειψη ταχύτητας και αντοχής καθιστούν αδύνατη τη σωστή συμπεριφορά τους στις αμυντικές περιστροφές.

Στην επιθετική λειτουργία, ο Άρης είναι μακράν η πιο προβλέψιμη και εύκολα αντιμετωπίσιμη ομάδα της Basket League. Πολλές φορές θυμίζει ομάδα προηγούμενων δεκαετιών με το tempo του να είναι πολύ αργό, όπως αργή είναι και η εκτέλεση των συστημάτων. Οι αποστάσεις στην επίθεση είναι πολύ κακές, η κίνηση χωρίς μπάλα σχεδόν ανύπαρκτη, ενώ αν υπήρχε στατιστική κατηγορία που να αποτύπωνε την κατάχρηση ντρίμπλας ο Άρης θα διεκδικούσε την πρωτιά.

Αυτές τις μέρες γίνονται συζητήσεις ακόμα και για προσθήκη τριών παικτών. Όμως τα οικονομικά δεδομένα είναι στενά τόσο ενώ είναι λίγες οι πιθανότητες μεσούσης της σεζόν να βρει ο Άρης τρεις αξιόλογους παίκτες σε τρεις διαφορετικές θέσεις. Ζήτημα επίσης θα υπάρξει και με τη χημεία της ομάδας σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, με την κρισιμότητα της κατάστασης να μην αφήνει χρονικά περιθώρια για ένα χτίσιμο σχεδόν εξ αρχής.

Η ενδεδειγμένη επιλογή θα ήταν η προσθήκη ενός μόνο παίκτη. Έτσι αφενός η αναζήτηση στην αγορά θα είναι πολύ πιο συγκεκριμένη και επομένως καλύτερη και η επιλογή, αφετέρου θα είναι και πιο οικονομική λύση συγκριτικά με τρία νέα συμβόλαια και αντίστοιχα τρεις διαφορετικές αποζημιώσεις για τους παίκτες που θα αποχωρούσαν.

Το κρίσιμο σε αυτή την περίπτωση είναι ο παίκτης που θα αποκτηθεί να μπορεί να καλύψει όσο το δυνατόν περισσότερα μειονεκτήματα από αυτά που αναφέραμε παραπάνω.

Με τις τωρινές αδυναμίες της ομάδας, περισσότερο αναγκαία φαίνεται η προσθήκη ενός τεσσαριού. Και συγκεκριμένα ενός stretch four, ενός πάουερ φόργουορντ με ικανότητα στο περιφερειακό παιχνίδι, με ταυτόχρονη μετακίνηση του Μιλόσεβιτς στη θέση του σέντερ πίσω από τον Ντραγκίσεβιτς και αποδέσμευση του Γκάγκιτς.

Σε έξι αγωνιστικές της φετινής Basket League, τα δύο τεσσάρια του Άρη (Μιλόσεβιτς και Σλαφτσάκης) έχουν συνολικά 3/19 τρίποντα. Το χειρότερο, όμως, δεν είναι τόσο αυτό το τραγικό ποσοστό, αλλά τα τρίποντα που κανονικά θα έπρεπε ένα τεσσάρι να πάρει αλλά οι Μιλόσεβιτς και Σλαφτσάκης διστάζουν να πάρουν επειδή ακριβώς γνωρίζουν αυτή την αδυναμία τους. Δεν είναι λίγες οι φορές, επίσης, που ακριβώς λόγω της γνώσης αυτής της αδυναμίας τους κλείνουν προς τη ρακέτα εις βάρος του καλού spacing.

Στην επιθετική του λειτουργία ο Άρης χρειάζεται χώρους. Χώρο για τον Ντραγκίσεβιτς μέσα στη ρακέτα, χώρο για τα κοψίματα του Μόρις από την αδύνατη πλευρά, χώρο για να σουτάρει από το τρίποντο ο Γκετσεβίτσιους (ο οποίος φέτος αναγκάζεται να κάνει πράγματα που δεν τα έκανε ποτέ). Ειδικά η παρουσία ενός τεσσαριού με ικανότητα στο μακρινό σουτ θα γίνει ακόμα περισσότερο απαραίτητη με την επάνοδο του Λευτέρη Μποχωρίδη. Ειδικά τα pick and roll που θα στηθούν μεταξύ του αρχηγού και του Ντραγκίσεβιτς απαιτούν μία άμυνα ανοικτή και όχι κλεισμένη μέσα στη ρακέτα.

Η παρουσία ενός τέτοιου παίκτη θα είναι ευεργετική και στην άλλη πλευρά του παρκέ, καθώς θα έχει την ικανότητα να μαρκάρει αποτελεσματικότερα στις αλλαγές, ενώ θα έχει τη δυνατότητα, μετά από επιτυχημένη άμυνα να ακολουθεί και σαν trailer στο ανοιχτό γήπεδο.

Το ρόστερ του Άρη δεν είναι κακό. Δεν είναι καθόλου κακό. Έχει ποιοτικούς παίκτες που δεν τους αξίζει η εικόνα που έχουν παρουσιάσει μέχρι σήμερα και δεν τους τιμάει να τίθεται ο στόχος της παραμονής στην κατηγορία. Όμως, λόγω της προχειρότητας στο σχεδιασμό έχουν δημιουργηθεί τρομερές ανορθογραφίες που πρέπει να διορθωθούν άμεσα μέσω της ενίσχυσης. Άλλη αναβολή δεν χωράει, με την απόκτηση ενός τεσσαριού να πρέπει να είναι η άμεση προτεραιότητα..

Ο Τάσος Σκλιάμης ζει στην Αθήνα και εργάζεται ως δικηγόρος. Μπασκετόφιλος, αγαπάει το ευρωπαϊκό μπάσκετ ενώ στις αϋπνίες του λοξοκοιτάει και το NBA. Είναι ο υπεύθυνος της βαριάς, φιλοσοφημένης ανάλυσης (καφενείο) για τους αγώνες μπάσκετ στους offside.